ἑλικώδης

ἑλικ-ώδης, ες,
A = ἑλικοειδής, Plu.2.648f, Nonn.D.1.370.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελικώδης — ες (Α ἑλικώδης, ες) ελικοειδής …   Dictionary of Greek

  • ἑλικώδει — ἑλικώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑλικώδης masc/fem/neut dat sg ἑλικώδεϊ , ἑλικώδης dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικώδη — ἑλικώδης neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑλικώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑλικώδης masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικῶδες — ἑλικώδης masc/fem voc sg ἑλικώδης neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικώδεα — ἑλικώδης neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἑλικώδης masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικώδεις — ἑλικώδης masc/fem acc pl ἑλικώδης masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικώδεας — ἑλικώδης masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • επιζωοτία — Λοιμώδης ή παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει τα ζώα. Στην περίπτωση που τα είδη των ζώων είναι πολλά, ονομάζεται πανζωοτία. Η νομοθεσία ορίζει την υποχρεωτική δήλωση των ύποπτων για ασθένεια ζώων που ο κάθε ιδιώτης έχει στην κατοχή του. Ο νόμος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.